Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Έριδες μεταξύ χωριών στην επανάσταση του 1821

Το έργο της Φιλικής Εταιρείας στη Λακωνία χρονολογείται από το 1817, οπότε εντάχθηκαν στο δυναμικό της ο Ηλίας Χρυσοσπάθης με αύξοντα αριθμό 21 και ο Αναγνώστης Παπαγεωργίου με το ψευδώνυμο Αναγνωσταράς∙ την ίδια εποχή μυήθηκαν στην Οδησσό οι Λάκωνες Παναγιώτης Δημητρακόπουλος και Παναγιώτης Παπαθανασόπουλος, λίγο αργότερα στην Κωνσταντινούπολη ο φοιτητής Ιατρικής Παναγιώτης Γιατράκος, ύστερα στην Καστάνιτσα ο Νικόλαος Βενετσανάκης και στον Μυστρά ο Παναγιώτης Κρεββατάς. Τονίζεται η δραστηριότητα που ανέπτυξε στη Μάνη ο διασωθείς από τον κύκλο του Ρήγα, Χριστόφορος Περραιβός[1]. Έκθεση του Αναγνωσταρά, το 1820, για τις διαθέσιμες δυνάμεις στην Πελοπόννησο αναφέρει σε Μυστρά και Έλος 2.300 μαχητές και από τους προκρίτους που θα αναλάμβαναν την ηγεσία, τους Κρεββατά και Αναγνώστη Κοπανίτσα, αντιστοίχως[2].
Η επανάσταση στη Λακωνία άρχισε στις 26 Μαρτίου 1821 με την εξάρθρωση του τουρκικού θύλακα της Βαρδούνιας. Οι κανονιοβολισμοί από το Μαραθονήσι (Γύθειο) και η φημολογία ότι έρχονταν ευρωπαϊκά στρατεύματα καταπάνω τους, τρομοκράτησαν τους Βαρδουνιώτες που κατέφυγαν στην Τριπολιτσά∙ ανενόχλητοι οι Έλληνες γκρέμισαν τους πύργους τους, κατ’ εντολή του Κρεββατά.
Ωστόσο αρχηγός «εις το εδώ στράτευμα και πέριξ», δηλαδή γενικός αρχηγός των όπλων στη Λακωνία, δεν ορίστηκε ο Κρεββατάς, αλλά ο Παναγιώτης Γιατράκος, σε συνέλευση πολιτικών και καπεταναίων που πραγματοποιήθηκε στις 2 Μαΐου 1821 στα Βρέσθενα και στην οποία ο Μανόλης Μπουρνάκης (Βουρνάκης) εκπροσώπησε το χωριό Τσίντζινα του Πάρνωνα[3].
Από την έναρξη του αγώνα οι Έλληνες οργανώνονταν σε στρατόπεδα, από όπου εφορμούσαν για την κατάκτηση των στόχων τους. Τα στρατόπεδα ενισχύονταν κατά καιρούς με νέους μαχητές. Στο στρατόπεδο στο Σούλι της Κορίνθου στάλθηκαν τον Αύγουστο 1822 με «τον καπετάν Νικόλα Τζιντζινιώτη», δηλαδή τον οπλαρχηγό του χωριού Τσίντζινα, Νικόλαο Γεράσιμο, 120 άνδρες που τους είχε στρατολογήσει «από Τζίντζινα έως Αράχοβα» ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης, προεστός του Μυστρά[4]. Στις τάξεις τους υπήρχε υπό την άμεση καθοδήγηση του Γεράσιμου ένας πυρήνας πενήντα ανδρών, προφανώς από εκείνους που τον είχαν συνοδεύσει στο Σούλι, τους οποίους ο αρχηγός του στρατοπέδου Ηλίας Μπιζμπίνης άφησε εφεδρεία, στις 10 Οκτωβρίου, φεύγοντας ο ίδιος σε αποστολή με πολλαπλάσια δύναμη[5]. Από αυτόν τον πυρήνα, είκοσι επτά (27) Τσιντζινιώτες αγωνιστές έλαβαν την επόμενη ημέρα, 11 Οκτωβρίου 1822, απόφαση με την οποία ανέθεσαν την ηγεσία τους στον Γεράσιμο με τη ρητή εξουσιοδότηση να στρατολογεί ελευθέρως και να αποφασίζει εν λευκώ για την τακτική του ένοπλου σώματος ακόμη και σε πολιτικά θέματα. Ο Γεράσιμος, που έλαβε τότε το ψευδώνυμο Καπετανάκος, αναγορεύτηκε σε τοπάρχη.
Η απόφαση ήταν γραπτή. Είναι αλήθεια ότι δεν κατονομάζει τις έριδες ή τις επιβουλές, τις οποίες θέλησαν οι αγωνιστές να αναστείλουν, συγκροτώντας ενιαία τοπική ηγεσία με επικεφαλής τον Γεράσιμο-Καπετανάκο, εμείς όμως γνωρίζουμε ότι οι γεωργοί των Τσιντζίνων και ενός άλλου χωριού, της Βαρβίτσας, διεκδικούσαν τη νομή και, ενόψει απελευθέρωσης, την κυριότητα των εκτάσεων της αριστερής όχθης του Ευρώτα. Σε επιστολή του[6] προς τον Παναγιώτη Γιατράκο στον Μυστρά, στις 5 Οκτωβρίου 1822, ο Μπιζμπίνης αναφέρει ότι εκείνη την ημέρα είκοσι Τσιντζινιώτες τον επισκέφτηκαν στο στρατόπεδο στο Σούλι και «εδιηγήθησαν τα νεώτερα αδικήματα του Μπαρμπιτζιώτου προς τον κ. Νικολόν», δηλαδή του Πέτρου Βαρβιτσιώτη προς τον Νικόλα Γεράσιμο, «όστις αγανακτήσας καθ’ υπερβολήν, και δικαίως, εκινήθη με όλους τους παλαιούς τε και νέους του χωρίου του στρατιώτας δια να καταβή κάτω και να εκδικηθή τον αντίδικόν των με όποιον τρόπον ημπορέσει». Τα αδικήματα δεν αναφέρονται, αλλά το ύφος της επιστολής φανερώνει ότι η κατάσταση είχε φτάσει σε σημείο σύρραξης μεταξύ των δύο χωριών. Ο Μπιζμπίνης, ουδέτερος στη διαμάχη παρόλο που είχε διαμορφωμένη άποψη, εμπόδισε τον Γεράσιμο να δράσει δυναμικά, επικαλούμενος το υπέρτερο κύρος και την εξουσία του Γιατράκου∙ πλην όμως προσωρινά. Στην επιστολή του προτρέπει τον Γιατράκο να επιληφθεί του θέματος για να τερματιστεί οριστικά η διαμάχη, διότι οι οπλαρχηγοί των άλλων χωριών άρχισαν να ανησυχούν, μήπως βρεθούν κι εκείνοι κάποτε ζημιωμένοι από άδικες πράξεις των γειτόνων τους και ο φόβος τους απειλούσε να υπονομεύσει το ηθικό, την πίστη και τη συνοχή των επαναστατικών δυνάμεων, στις οποίες, όπως τόνιζε ο επιστολογράφος, ανήκε και ο αδικημένος.
Προς επίλυση της διμερούς διαφοράς συγκλήθηκε το όργανο της ανώτερης διαιτησίας, που το αποτελούσαν «οι αρχηγοί των αρμάτων της Λακεδαιμονίας», ήτοι οι πρόκριτοι και καπεταναίοι των χωριών της επαρχίας. Το όργανο αποφάσισε και πρότεινε[7], στις 27 Οκτωβρίου 1822, στο ανώτατο στρατηγείο να παραχωρηθούν στους Βαρβιτσιώτες τα κτήματα που οριοθετούνται σε ανατολική-δυτική κατεύθυνση από το άλλοτε χωριό Φλόκα, έξω από το σημερινό χωριό Σκούρα, έως τον Ευρώτα και σε βόρεια-νότια κατεύθυνση πάλι από του Φλόκα έως το Βασιλοπέραμα. Το τελευταίο, συνέχεια της πεδιάδας κατά μήκος του ποταμού, έως του Καράσπαη, είναι η περιοχή που προτείνεται να αποδοθεί στους Τσιντζινιώτες. Η φράση του εγγράφου, «να μήνη υπό την εξουσίαν των τζιντζηνιώτων όλον το βασιλοπέραμα», φανερώνει ότι οι γεωργοί από τα Τσίντζινα κατείχαν ήδη τα χωράφια εκείνα∙ τεκμαίρεται λοιπόν ότι οι εκτάσεις στο Βασιλοπέραμα είναι καρπός της δυναμικής της διπλοκατοίκησης που είχε αρχίσει από τον προηγούμενο αιώνα, όπως έχουμε περιγράψει, ενώ μόλις τώρα λαμβάνει το πλήρες νόημά της η πληροφορία του Ληκ σχετικά με τα χωράφια και τα καλύβια των Τσιντζινιωτών «κοντά στη Σπάρτη».
Η πρόταση υιοθετήθηκε. Αμέσως μόλις διευθέτησαν τη διαφορά τους, οι κάτοικοι των δύο χωριών εισήλθαν στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Το γεγονός δεν είναι απομονωμένο από τις γενικότερες εξελίξεις της περιόδου. Οι ολιγαρχικοί κύκλοι που είχαν αυτοδιοριστεί αρχηγοί της ελληνικής επανάστασης με επικεφαλής τους Φαναριώτες, μεθόδευαν την ιδιοποίηση των τέως οθωμανικών κτημάτων τα οποία ονομάστηκαν εθνικά. Το κύριο μέλημά τους στην πρώτη εθνοσυνέλευση (Πιάνα Επιδαύρου, 20 Δεκεμβρίου 1821) ήταν η δημιουργία θεσμικού καθεστώτος που θα τους επέτρεπε να βρίσκονται στους μηχανισμούς των αποφάσεων και να αποκτούν περιουσίες∙ τακτική που προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις από την πλευρά των ακτημόνων αγωνιστών και τελικά εμφύλιο πόλεμο[8]. Στην πλευρά των ολιγαρχικών βρίσκονταν και οι τοπικοί αρχηγοί που μετείχαν στην επανάσταση αποβλέποντας και σε προσωπικά υλικά οφέλη.


[1] Δασκαλάκης Α. Β., «Η προπαρασκευή της Ελληνικής Επαναστάσεως εις την Λακωνίαν», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. 1, σ. 1-72, ιδ. σ. 16-21. Για τον κατάλογο των μυηθέντων και τη σχετική βιβλιογραφία, Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον ιστορικόν της ελληνικής επαναστάσεως / (με την προσθήκη του αρχείου Εμμανουήλ Ξάνθου - Παναγιώτη Σέκερη) Μέξας Βαλέριος, Οι Φιλικοί, Αθήνα, 1937 (πηγή του παρόντος δημοσιεύματος) / (αναδημοσίευση του προηγούμενου αρχείου) Μελετόπουλος Ι. Α., Η Φιλική Εταιρεία, Αθήνα, 1967.
[2] Φιλήμων, Δοκίμιον, τ. Α΄, σ. 211 / Δασκαλάκης, «Προπαρασκευή», ο.π., σ. 47-50.
[3] Φωτόπουλος Αθανάσιος Θ., Αρχείο Γιατράκου, τ. Α΄, σ. 335-336.
[4] Φωτόπουλος, Αρχείο, τ. Β΄, αρ. 228, σ. 58.
[5] Ο.π., αρ. 251, σ. 68-69.
[6] Φωτόπουλος, Αρχείο, ο.π., αρ. 248, σ. 67.
[7] Ο.π., αρ. 260, σ. 72. Από τυπογραφικό λάθος στο βιβλίο, το έγγραφο χρονολογείται το 1821. Το σωστό είναι, 1822.
[8] Τα γεγονότα είναι γνωστά. Για ένα καλό φρεσκάρισμα, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ΄, σ. 194-199 και 212-216.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου