Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Πελοπόννησος 1940-1945

Η περιπέτεια της επιβίωσης, του διχασμού και της απελευθέρωσης
Χιλιάδες άνθρωποι, από τους πρώτους μήνες της Κατοχής, καταφεύγουν στην ύπαιθρο για να ανταλλάξουν τα υπάρχοντά τους με τρόφιμα, να εργαστούν ή, απλώς, να επιβιώσουν στο πατρικό σπίτι. Συγχρόνως, στελέχη του αριστερού χώρου συγκροτούν πατριωτικές οργανώσεις, εξοντώνουν τους ληστές της υπαίθρου και προστατεύουν το αγροτικό προϊόν από τη φορολογία των αρχών. Από την άνοιξη του 1943 ανοίγουν αποθήκες και μοιράζουν τα επιταγμένα τρόφιμα στον πληθυσμό, περιφρουρούν τις εκδηλώσεις των εθνικών επετείων και αφοπλίζουν σταθμούς Χωροφυλακής. Σύντομα δημιουργείται ένα ευρύ εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, με αντάρτικο στρατό που δίνει μάχες με τα κατοχικά στρατεύματα. Οι ιδιαίτεροι θεσμοί του κινήματος αμφισβητούν τον παλαιό τρόπο διακυβέρνησης. Οι εγχώριες παραδοσιακές δυνάμεις εξουσίας αισθάνονται την απειλή για τη μεταπολεμική κυριαρχία τους και συγκροτούν ενιαία παράταξη, με την ανοιχτή υποστήριξη των κατακτητών και την καλυμμένη ενίσχυση των Συμμάχων: είναι η αρχή μιας πορείας που θα σφραγίσει τις εξελίξεις και θα οδηγήσει στον Εμφύλιο.
Έπειτα από πέντε χρόνια ερευνητικής εργασίας, με αξιοποίηση άφθονου αρχειακού υλικού, ο συγγραφέας αναδεικνύει αυτή την καθοριστική για την ιστορία του τόπου περίοδο. Αναζητά τους πρωταγωνιστές της εποχής και μέσα από τις προσωπικές τους μαρτυρίες φέρνει στο φως νέα στοιχεία και αναλύει τις εξελίξεις. Παρακολουθεί τις διαδρομές των ανθρώπων και των τοπικών κοινωνιών της Πελοποννήσου, αποκαλύπτοντας ηρωικές αλλά και σκοτεινές στιγμές. Η αφήγηση, επικεντρωνόμενη στους ανθρώπους και τις λεπτομέρειες της δράσης τους, μας δίνει μια συνολική εικόνα της πρωτοφανούς πολιτικής δημιουργίας, της συλλογικότητας που αναδύεται στα χρόνια της Αντίστασης. Όλα αυτά, με λόγο μεστό και γλαφυρό, που συνδυάζει την αυστηρότητα της επιστήμης με την ένταση της μνήμης, το πάθος για τη ζώσα ιστορία.

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Τα Τσίντζινα

στις πλαγιές του Πάρνωνα
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 01/08/2010
ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΘΕΟΤΟΚΑ*

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΟΥΤΟΥΛΑΣ, Τα Τσίντζινα. Ιστορία του χωριού και του χώρου στον Πάρνωνα, εκδόσεις Αλφειός, σελ. 266

Πρόκειται για ένα βιβλίο καλογραμμένο, καλοτυπωμένο από τον εκδοτικό οίκο “Αλφειός”, πειστικό και ευχάριστο στην ανάγνωση, ένα σπάνιο δείγμα τοπικής ιστορίας, που συνδυάζει την ευρετική μέριμνα του ιστορικού και την ερμηνευτική των τεκμηρίων με τη δύσκολη τέχνη της υψηλής εκλαΐκευσης. Πρόκειται, θέλω να πω, για ένα πειστικό βιβλίο ιστορίας που αναδεικνύει τις πηγές του, δοκιμάζει ρηξικέλευθες ερμηνευτικές υποθέσεις και, ταυτόχρονα, απευθύνεται στο ευρύ κοινό.
Ο συγγραφέας, Παντελής Μούτουλας, δεν είναι πρωτόβγαλτος στην περιπέτεια της ιστοριογραφικής αναζήτησης και γραφής. Τα βιβλία, οι μελέτες και οι μεταφράσεις του έχουν πλουτίσει την ελληνική βιβλιογραφία και έχουν τροφοδοτήσει γόνιμες συζητήσεις.
Το ανά χείρας βιβλίο επιχειρεί την ανασύσταση της ιστορίας ενός πολύ παλιού χωριού, των Τσιντζίνων, του σημερινού Πολύδροσου, στον ορεινό όγκο του Πάρνωνα. Με βάση την τεκμηρίωση που προσφέρει ο συγγραφέας, ο πρώτοι συγκροτημένοι οικισμοί στην περιοχή μπορούν, με σχετική ασφάλεια, να τοποθετηθούν στον ένατο με δέκατο αιώνα μ.Χ., μετά δηλαδή τη δημογραφική κρίση του έβδομου αιώνα, την κάθοδο των Σλαβικών φύλων και την αφομοίωσή τους από τα εξουσιαστικά σχήματα που αφορούσαν και τους γηγενείς ελληνόφωνους χριστιανικούς πληθυσμούς. Τα βυζαντινά χρόνια, το πέρασμα των Φράγκων, το Δεσποτάτο του Μωρέως, οι εμπορικές και πολεμικές δραστηριότητες της Γαληνοτάτης στην περιοχή, η πρώτη και η δεύτερη οθωμανική κυριαρχία, αφήνουν τα ίχνη τους στα συστήματα γαιοκτησίας, παραγωγής και απόσπασης του υπεπροϊόντος. Από τον 12ο αιώνα, όπως μαρτυρεί το Χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου (1314), έχουμε τεκμήρια για την κόμη Ζίνζινα αν και, όπως φαίνεται, οι ρίζες του χωριού πηγαίνουν ακόμη πιο πίσω· περισσότερο από έναν αιώνα.
Τέλος πάντων, ας μην μιλώ για πράγματα που δεν κατέχω παρά ως ερασιτέχνης αναγνώστης. Ο Παντελής Μούτουλας παρουσιάζει μια πειστικά τεκμηριωμένη ιστορική γεωγραφία, συνδυασμένη με την ιστορική δημογραφία και την οικονομική ιστορία, όπου τοποθετεί τις κοινωνίες, τις οικονομίες και τους πολιτισμούς, μέσα στην αργοκίνητη ιστορία του ορεινού χώρου.
Μιας και, αναγνωρίζω, δεν είμαι παρά ημιμαθής, μισόστραβος δηλαδή μαθητής στις περιόδους που αφορούν οι πρώτες 100 τουλάχιστον σελίδες του βιβλίου, επιτρέψτε μου να περιοριστώ σε πολύ λίγα πράγματα για τα οποία μπορώ να μιλήσω με σχετική ασφάλεια.
Το πρώτο αφορά στην έννοια της «διπλοκατοίκησης» που προτείνει ο συγγραφέας. Το σχήμα αναφέρεται στην οικογενειακή παραγωγική μονάδα, που πιέζεται να ανταποκριθεί στις ζωτικές ανάγκες των μελών της και στις φοροδοτικές της υποχρεώσεις που συνδέονται όλο και πιο ανελαστικά με την προϊούσα διαδικασία εκχρηματισμού. Θυμίζω το παραγωγικό τρίπτυχο που χαρακτηρίζει την περιοχή: Γεωργία, κτηνοτροφία, δασοκομία. Και οι τρεις αυτές οικονομικές δραστηριότητες επιτρέπουν, αν δεν επιβάλουν υπό τους καταναγκασμούς της γεωγραφίας, τη γεωγραφική επέκτασή τους, στα όρια που θέτουν κάθε φορά η ανάπτυξη του εμπορίου και της επικοινωνίας, οι αποδοτικότητες των περιοχών, οι ανεκτικότητες των γειτόνων και οι περιορισμοί ή οι ζητήσεις που έθετε άμεσα ή έμμεσα η εκάστοτε υπερκείμενη εξουσία. Η Οθωμανική, εν προκειμένω, διότι αναφερόμαστε πλέον στον προχωρημένο 18o και στον αρχόμενο 19o αιώνα.
Η ακίνητη παραγωγικότητα και η αυξανόμενη ανάγκη αναπαραγωγής ενός μεγάλου ορεινού πληθυσμού, σε συνδυασμό με τον εξ ίσου αυξανόμενο καταναγκασμό που υπαγόρευε η σχετική ένταση της φοροδοτικής υποχρέωσης, οδήγησε στην επέκταση του χώρου της οικονομικής δραστηριότητας της κοινότητας των Τσιντζίνων. Αυτή η επέκταση υπαγόρευσε έναν καταμερισμό των οικογενειακών δραστηριοτήτων που παγιώθηκε, προϊόντος του χρόνου, σε κανονικότητα μοιράσματος του παραγωγικού χρόνου ανάμεσα στα γεωγραφικά όρια του χωριού και στους μακρινότερους τόπους στους οποίους επεκτάθηκαν και εδραιωθήκαν οι οικονομικές δραστηριότητας των κατοίκων. Προϊόντος του χρόνου. Από τα μέσα του 18ου αιώνα, η στάσιμη παραγωγικότητα και οι καταναγκασμοί των χρηματικών δοσιμάτων δεν επιτρέπουν να χωρέσουν οι μετακινήσεις στην εργάσιμη μέρα ή στην εβδομάδα. Έτσι, οικογένειες ή μέλη οικογενειών «μεταναστεύουν» για πολλούς μήνες, αν επιτρέπεται εν προκειμένω ο όρος «μεταναστεύουν», σε νέα ή παλαιά χωριά που βρίσκονται στον κάμπο. Η αξία της ορεινής γης μειώνεται σταδιακά. Η αποδοτική επέκταση των καλλιεργειών, αμπέλια και ελιές, υπαγορεύει την επέκταση στα ημιορεινά ή στα πεδινά. Από την άλλη, η καλλιέργεια των ποτιστικών επιβάλλει, στους θερινούς μήνες, την αξιοποίηση των ορεινών γαιών. Σ' αυτές τις ανελαστικές προκείμενες των παραγωγικών δραστηριοτήτων θα πρέπει να προσθέσουμε κι εκείνες που αφορούν στις εξ ίσου ανελαστικές υπαγορεύσεις της γεωγραφίας, που ορίζουν τους δρόμους, τη διακίνηση δηλαδή των εμπορευματοποιημένων προϊόντων και, όσο γίνονται ανελαστικές οι ανάγκες χρηματικών αποδόσεων, του ανθρώπινου δυναμικού που προσφέρει μεροκάματα στον κάμπο. Να το πω με τα λόγια του συγγραφέα:
Η κάθοδος των Τσιντζινιωτών στον κάμπο συντελέστηκε σ' αυτό το πλαίσιο. Η συγκρότηση του χώρου με πρωτεύοντα τον κάμπο βασίστηκε στη δυναμική της διπλοκατοίκησης, που έφερνε όλο και περισσότερους ορεσίβιους σε πεδινά εδάφη, όπου χάραζαν τα όρια των νέων πενιχρών κατακτήσεων τους. Η γαιοκτησία των αγροτών του βουνού άρχιζε να συγκεντρώνεται στην ανατολική και τη βορειοανατολική όχθη του Ευρώτα και συγχρόνως έβρισκε πρόσφορα εδάφη προς ανατολάς. Η χώρα πίσω από την πλάτη του Πάρνωνα παρέμενε για τους Λακεδαιμονίους απόξενη, απόμακρη, απρόσιτη. Ίσως σ' αυτή την έλλειψη επαφής οφείλεται η περιέργεια, ενίοτε και το δέος με το οποίο αντιμετώπιζαν τους «Τσάκωνες» και την «Τσακωνιά», έως τα μέσα του 20ού αιώνα ακόμη, και αν κάποιοι φαίνονταν λίγο πιο εξοικειωμένοι με εκείνους τους ανθρώπους, αυτοί ήσαν και πάλι οι κάτοικοι των Τσιντζίνων, της πατροπαράδοτης θύρας εισόδου από την Επίδαυρο Λιμηρά στη Λακεδαίμονα.
Από συνολική άποψη, η εξέλιξη των οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών το 18ο αιώνα ήταν βραδεία, ανισόρροπη, ανακόλουθη και α-συνεχής, πράγμα που αποδίδεται στα δομικά χαρακτηριστικά του οθωμανικού τρόπου άντλησης της υπεραξίας∙ ωστόσο όσο προχωρούσε ο αιώνας, η πίεση των εξελίξεων από το δυτικό κόσμο πάνω στο αρχέγονο αυτό σύστημα μεγάλωνε. Οι καιροί απαιτούσαν ρήξεις, οι οποίες τελικά προήλθαν σε συνάρτηση με τη μείζονα πολιτική αλλαγή του 19ου αιώνα. Στο τοπικό επίπεδο που μας ενδιαφέρει, η αλλαγή αυτή συνδέθηκε με τη δυναμική της διπλοκατοίκησης και τη γένεση της εθνικής συνείδησης.
Πολλά τα προβλήματα, ειδικώς αυτό το τελευταίο περί «γένεσης της εθνικής συνείδησης», που δύσκολα γειώνεται σε τεκμήρια. Η εμπλοκή των κοινωνιών στον πόλεμο της Ανεξαρτησίας, θα το έλεγα, και οι συνέπειές της στους ελληνόφωνους χριστιανικούς πληθυσμούς που, ήδη στην εποχή στην οποία αναφερόμαστε, συμμετέχουν στην μακρά πρόβαση της ιστορικής διαμόρφωσης του νεοελληνικού έθνους. Του νεοελληνικού έθνους «καθ' εαυτό», ως δεδομένη πολιτισμική οντότητα δηλαδή, όχι του νεοελληνικού έθνους «δι' εαυτό», ως πολιτικό υποκείμενο, θέλω να πω, της νεοτερικότητας. Αφήνω, για άλλη φορά, το ζήτημα που τέθηκε για το δέος με το οποίο αντιμετωπίστηκαν (και αντιμετωπίζονται) οι «Τσάκωνες» και η «Τσακωνιά».
Εδώ, λοιπόν, μετά τα ιστορούμενα (δευτερεύουσας κατά κανόνα σημασία) τοπικά γεγονότα της Επανάστασης και μετά, εν τέλει, την εγκαθίδρυση της νέας εθνικής εξουσίας και των συνακόλουθων θεσμών που παρήγαγε η νέα εθνική εξουσία, παρακολουθούμε στο υπό συζήτηση βιβλίο τις αντιφάσεις που συνόδευσαν τη μετατόπιση της συγκεκριμένης τοπικής κοινωνίας, και τις ιδιαιτερότητές της, στις τομές που έφερε η πραγματικότητα του ελληνικού βασιλείου. Ραγδαίες αλλαγές στις σχέσεις ιδιοκτησίας, αργόσυρτες -αλλά καθοριστικές- μεταβολές στο πεδίο των παραγωγικών δυνάμεων.
Οι ιστορικές αντιφάσεις φαίνεται να μορφοποιούνται, ενάμισι σχεδόν αιώνα μετά την Ελληνική Ανεξαρτησία, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1940. Για το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ θέλω να πω. Και για τον Εμφύλιο στην Πελοπόννησο, στην περιοχή της Σπάρτης και στον Πάρνωνα ειδικότερα. Εδώ, λοιπόν, οι προηγούμενες και οι υπό εκπόνηση εργασίες του συγγραφέα φτιάχνουν ένα ισχυρό υπόβαθρο της οπτικής του. Έχω μια θολή εικόνα, στη δεκαετία του '60, μιας οικογενειακής επίσκεψης στο Πολύδροσο, στα Τσίνζινα δηλαδή, για να δούμε έναν συγκρατούμενο του πατέρα μου, μάλλον στο Μακρονήσι. Δεν έχω συγκρατήσει το όνομά του. Δυστυχώς, η μόνη εικόνα που κρατώ με δέος είναι η σφαγή μιας κότας στην αυλή για το τραπέζι. Η σφαγή μιας κότας σ' έναν τόπο που είχε γεμίσει αίματα.

*Ο Νίκος Θεοτοκάς διδάσκει Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΤΣΙΝΤΖΙΝΑ - η ιστορία του χωριού και του χώρου στον Πάρνωνα 

tsintzina.jpg
Συγγραφέας: Μούτουλας Παντελής
Έτος έκδοσης: 2010
Σχήμα: 17,5 Χ 24
Σελίδες: 272
Κατάσταση: άριστη
Αντί προλόγου
Είναι ευχάριστο, που υπάρχουν στη χώρα μας άνθρωποι με μεράκι για τον
ιδιαίτερο τόπο καταγωγής τους, με ανησυχίες ως προς το παρελθόν του τό-
που τους και με τη διάθεση να το καταγράψουν. Ωστόσο στη συγγραφή των
περισσότερων βιβλίων αυτού του είδους, ακολουθείται η πεπατημένη. Το
χωριό εξωραΐζεται, οι εσωτερικές του αντιθέσεις αποσιωπούνται, τα σοβα-
ρά προβλήματα στην εξέλιξή του αγνοούνται, η σύνδεσή του με τον ευρύ-
τερο χώρο υποβαθμίζεται, ενώ συγχρόνως αναζητούνται και, αν δεν υπάρ-
χουν, κατασκευάζονται, δεσμοί με την ελληνική αρχαιότητα και το ένδοξο
εθνικό παρελθόν, κυρίως μέσω μιας, συχνότατα, μάταιης αναζήτησης της
προέλευσης του ονόματος του χωριού. Πολλές φορές, εξάλλου, η άκριτη πα-
ρουσίαση των «σημαντικών» οικογενειών του τόπου και η ρομαντική απει-
κόνιση γεγονότων, εθίμων κλπ, συμβάλλει στην ανάδειξη μιας συνολικά πα-
ραπλανητικής εικόνας για το χωριό.
Η δική μας προσέγγιση είναι διαφορετική. Παρακολουθούμε το συνοικι-
σμό, όπως παρουσιάζεται μπροστά μας, αλλά δεν τον βλέπουμε σαν απολί-
θωμα. Κάθε άλλο. Είναι ζωντανός οργανισμός και έχει ιστορία. Αυτό σημαί-
νει ότι έχει υποστεί αλλοιώσεις ως αποτέλεσμα της δράσης των οικιστών,
οι οποίοι συνιστούν το έτερο ζητούμενο της έρευνάς μας.
Όπως λέει ο Σπύρος Ασδραχάς, το ιστορικό υλικό λαμβάνει αξία από
τα ερωτήματα που του απευθύνουμε. Μετά από αυτή τη διαπίστωση, βέ-
βαια, αρχίζουν τα προβλήματα. Οι ερωτήσεις προς τα ιστορικά τεκμήρια,
τα οποία τίθενται στη διάθεσή μας, προκύπτουν από μια πρότερη απόφα-
ση: πού κοιτάζουμε, τι αναζητούμε, τι αληθινά θέλουμε να βρούμε. Αντι-
στοίχως τίθενται σε λειτουργία τα αμυντικά αντανακλαστικά του ερευνητή,
ο οποίος εξετάζει ποιες ερωτήσεις να διαγράψει, τι είδους σχέδια να εγκα-
ταλείψει, ποια σημεία να αποφύγει.
Με άλλα λόγια, δεν αρκεί «να βάλουμε το υλικό μας να μιλήσει». Βρι-
σκόμαστε οι ίδιοι μέσα στην ιστορική αφήγηση, εφόσον μετέχουμε στο διά-
λογο. Γινόμαστε κι εμείς μέρος της ιστορίας αφού μόνο χάρη στα αυθαίρε-
τα ερωτήματα που θέτουμε, συνεπεία αντίστοιχων επιλογών, μπορούμε να
οδηγηθούμε σε ερμηνευτικά πλαίσια αποδεκτά ως πεδίο περαιτέρω έρευ-
νας· διαδικασία απολύτως ταιριαστή με την ίδια την ιστορική δημιουργία,
που κι αυτή αυθαίρετη είναι.
10 παντελής μούτουλας
Το ιδιαίτερο πρόβλημα του παρόντος εγχειρήματος συνίσταται στο εύ-
ρος του χρόνου που οφείλει να καλύψει. Τα Τσίντζινα έχουν μακραίωνη
ιστορία. Δεν θα επανέλθουμε στην εποχή του μεγάλου ιστορικού αφηγή-
ματος, αλλά ούτε θα αποφύγουμε να ασχοληθούμε με τα ειδικά ζητήματα
που θέτει η ιστορική θέσπιση και γενικότερα η ιστορική δημιουργία στο
χώρο του ενδιαφέροντός μας από τέσσερις αυτοκρατορίες και από ένα
ίδρυμα της εμβέλειας της εκκλησίας. Ο νεωτερισμός βρίσκεται στο γεγο-
νός ότι πρόκειται για εγχείρημα στο πλαίσιο της μικροϊστορίας: ένα χω-
ριό, το πολύ μια περιοχή. Ασφαλώς τίθενται δύσκολα ζητήματα μπροστά
μας, αλλά το δρόμο θα τον βαδίσουμε, όσο κι αν είναι ολισθηρός.
Από τους συμπατριώτες και φίλους Τσιντζινιώτες, ο Γιάννης Νοχός, ο
Παντελής και η Σοφία Φλώρου απάντησαν υπομονετικά στις άπειρες ερω-
τήσεις μου, ο Παναγιώτης Περ. Φλώρος και ο Σπύρος Ν. Ανδριτσάκης έθε-
σαν στη διάθεσή μου μέρος από το προσωπικό τους αρχείο, ο Δημήτρης
Κουτσοβίτης μου έδωσε δυσεύρετες πληροφορίες, ο Δημητράκης Γιαννού-
κος με παρακίνησε πολλές φορές στην έρευνα με τις παρατηρήσεις του·
είναι κι άλλοι, πολλοί… Τους ευχαριστώ.
Επίσης, τον Δαβίδ Αντωνίου, τον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη και τον
Γιάννη Πελεκούδα για τη διάθεση του υλικού από την έρευνα σχετικά με
τους εκπαιδευτικούς του 19ου αι., καθώς και τους Βάσω Αντωνίου, Δημή-
τρη Δημητρόπουλο, Κατερίνα Δέδε, Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, Βαγγέλη Δρα-
κόπουλο, Βάσω Τσιγγούνη για τη συμβολή τους στην επίλυση πρακτικών
ζητημάτων στον τομέα της βιβλιογραφίας.
Δεν υπάρχουν λόγια για να εκτιμηθεί η πλούσια, σταθερή, αφειδώλευτη
βοήθεια που μου προσέφερε για άλλη μια φορά ο ανεκτίμητος φίλος μου
Βασίλης Παναγιωτόπουλος.
Έτσι κι αλλιώς στην οικογένειά μου οφείλω τα πάντα· εδώ και πάλι,
λάμπει η παρουσία των αγαπημένων μου ανθρώπων, φυσά η πνοή τους,
χτυπά η καρδιά τους, ακούγεται η φωνή τους σε κάθε σελίδα του βιβλίου
κι ας μη βρίσκονται πια ορισμένοι στη ζωή.
Παντελής Μούτουλας